𝑅𝑜𝓂𝒶𝓃𝓉𝒾𝒸 𝓉𝒶𝓁𝑒𝓈 𝒻𝓇𝑜𝓂 𝒥𝑜𝓈𝑒𝑜𝓃: 𝐹𝒾𝓃𝒶𝓁 𝓅𝒶𝓇𝓉

Το γράμμα έλεγε πως καλούσαν τον πατέρα του πίσω στο γραφείο, κοντά στο παλάτι.

“Τι θα κάνω;!” μουρμούρισε ο νεαρός. Εκείνη τη στιγμή τον κάλεσε ο πατέρας του και του είπε: “Πρέπει να πας πρώτος με τη μητέρα σου.”

“Γιατί να μην φύγουμε όλοι μαζί;” ρώτησε ο Λι Μουνγκριονγκ.

“Πρέπει να ενημερώσω τον νέο δικαστή για όλες τις δουλειές που θα μείνουν πίσω. Δεν γίνεται να φύγω.”

Ο Λι Μουνγκριονγκ πήγε να μαζέψει τα πράγματά του ενώ σκεφτόταν τι θα κάνει “Τι θα κάνω τώρα! Αν φύγω είναι αδύνατον να πάρω μαζί μου την Τσουνχιανγκ.”

Έτσι το βράδυ πήγε στην αγαπημένη του, σε όλο τον δρόμο ήταν στεναχωρημένος. Σκούπισε τα μάτια του πριν μπει στο δωμάτιό της. Αυτή τον φίλησε απαλά.

“Πόσες μέρες πάνε από τότε που σε είδα.” είπε.

Ο Λι Μουνγκριονγκ λυπημένος δεν είπε τίποτα. Η Τσουνχιανγκ νόμισε πως ο πατέρας του έμαθε για την σχέση τους και τον μάλωσε.

“Όχι δεν είναι αυτό,” είπε ο Λι Μουνγκριονγκ, “αλλά ο πατέρας μου ζητήθηκε να γυρίσει πίσω στο παλάτι και να δουλέψει ως υπουργός. Έτσι πρέπει να φύγω..”

Έκλεγε καθώς έλεγε αυτές τις λέξεις. Η Τσουνχιανγκ τον παρηγόρησε, και σκέφτηκε πως θα ήταν δύσκολο να την πάρει μαζί του οπότε του είπε: ” Μην κλαις, θα σε περιμένω να έρθεις να με πάρεις.” καθώς έριξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. Μιλούσαν μόλις έφτασε ο υπηρέτης, τράβηξε τον Λι Μουνγκριονγκ και είπε: είναι ώρα να φύγεις!”

Ο Λι Μουνγκριονγκ πήγε στην Τσουνχιανγκ: “Φεύγω τώρα….τώρα…τι θα κάνω…”

Πανικοβλήθηκε ” Τώρα φεύγεις; Τώρα αμέσως;” Τον συνόδεψε όσο πιο μακριά μπορούσε.

“Δεν μπορώ να πάω πιο πέρα. Θα πρέπει να χωριστούμε εδώ.” Τον αγκάλιασε σφιχτά, τον χάιδεψε απαλά και είπε: “Μην ανησυχείς για μένα, διάβασε πολύ ώστε να γίνεις δικαστής και να γυρίσεις πίσω.”

“Ναι! θα το κάνω.” απάντησε ο Λι Μουνγκριονγκ κλαίγοντας. Η Τσουνχιανγκ του ευχήθηκε καλό ταξίδι και αντάλλαξαν δαχτυλίδια. Ο υπηρέτης πήρε τον Λι Μουνγκριονγκ και τον τράβηξε να φύγουν. Η Τσουνχιανγκ γύρησε στο σπίτι της και και έβαλε όλα τα καλά της ρούχα, τα κοσμήματά της και τα αρώματά της μέσα σε ένα μπαούλο και ντύθηκε με απλά ρούχα ως ένδειξη πένθους.

 

Ο νέος δικαστής ήρθε και ζήτησε από τον υπηρέτη: “Δείξε μου σε παρακαλώ αυτή την κοπέλα που την λένε Τσουνχιανγκ.”

“Πολύ καλά κύριε.”

“Φέρτη μου εδώ”

“Αυτό θα είναι δύσκολο,” απάντησε ο υπηρέτης, “γιατί είναι παντρεμένη με τον γιο του πρώην δικαστή τον Λι Μουνγκριονγκ.”

Με αυτά τα νέα ο δικαστής θύμωσε: “Μην το λες αυτό και φέρτη μου αμέσως!”

Ο υπηρέτης πήγε στην Τσουνχιανγκ να της πει τα νέα και αφού δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, πήγε να τον δει.

“Είναι όμορφη” σκέφτηκε ” παρά αυτά τα ρούχα που φοράει.”

“Άκουσα πολλά για εσένα στην Χάνγιανγκ (Σημερινή Σεούλ) και τώρα καταλαβαίνω γιατί. Θα με παντρευτείς;”

Δεν απάντησε. Ο δικαστής συνέχισε να ρωτάει για 2 με 3 φορές ακόμα. Και με νεύρα είπε: “γιατί δεν απαντάς;!”

“Είμαι παντρεμένη με τον Λι Μουνγκριονγκ, για αυτό δεν απαντώ. Εξ’ άλλου, αν ο βασιλιάς σε έστειλε εδώ, είναι για να κάνεις το καθήκον σου. Αν ο βασιλιάς σε έστειλε να με παντρευτείς, τότε θα το κάνω, αλλιώς θα πρέπει να κάνεις την δουλειά σου.”

Ο δικαστής διέταξε τους υπηρέτες να βάλουν την Τσουνχιανγκ στην φυλακή.

“Γιατί να με φυλακίσεις; Δεν έκανα τίποτα κακό. Είμαι μια παντρεμένη γυναίκα που είναι πιστή στον άντρα της. Αν ένας έκανε προδοσία και έπερνε τον θρόνο από τον νόμιμο βασιλιά, θα υπηρετούσες τον νέο μονάρχη;”

Αυτή τη φορά ο δικαστής εκνευρισμένος φώναξε “Στην φυλακή! Βάλτε την στην φυλακή!”

Οι υπηρέτες την έπιασαν και την έβαλαν στην φυλακή. Η Τσουνχιανγκ δεν έτρωγε τίποτα και σκεφτόταν τον Λι Μουνγκριονγκ.

Στο μεταξύ, ο Μουνγκριονγκ διάβαζε σκληρά για να ξαναδεί σύντομα την Τσουνχιανγκ. Μια μέρα, επιτέλους έμαθε πως γίνονται οι εξετάσεις, και πήγε να πάρει μέρος. Ο Λι Μουνγκριονγκ πέρασε τις εξετάσεις εξερετικά, και ο βασιλιάς που τον συμπαθούσε τον κάλεσε να του δώσει συγχαριτήρια. “Τι θα ήθελες να σε κάνω; Δικαστή; Διοικιτή;”

“Επιθυμώ να γίνω βασιλικός απεσταλμένος.” απάντησε ο Μουνγκριονγκ.

Ο βασιλιάς του έδωσε την σφραγίδα και τα καλά ρούχα σχετιζόμενα με την δουλειά του. Ο Λι Μουνγκριονγκ έφυγε και έντυσε αυτόν και τους υπηρέτες του σαν ζητιάνους, ώστε να μαθαίνουν τα πραγματικά παράπονα του λαού. Σύντομα έφτασε στην Ναμγουον. Εκεί γνώρισαν κάτι αγρότες και ο Λι Μουνγκριονγκ ρώτησε: ” Έχω ακούσει πως ο νέος δικαστής παντρεύτηκε μια κοπέλα που την λένε Τσουνχιανγκ και είναι πολύ χαρούμενος λόγω αυτής.”

Οι αγρότες στεναχωρήθηκαν: “πως τολμάς να λες κάτι τέτοιο; η Τσουνχιανγκ είναι πιστή..ο γιος του προηγούμενου δικαστή την αποπλάνησε και μετά την παράτησε και ποτέ δεν γύρησε να την δει. Είναι παλιάνθρωπος.”

Ο Μουνγκριονγκ τους είπε να σταματήσουν αλλά σκέφτηκε πως ήταν λάθος αυτό που έκανε και πήγε να κλάψει.

Καθώς προχωρούσε ο Λι Μουνγκριονγκ, άκουσε κάτι νέους να μιλάνε “Τι λυπηρό! Άκουσα πως ένα κορίτσι που το λένε Τσουνχιανγκ θα εκτελεστεί σε 2 ή 3 μέρες.”

“Γιατί θέλει ο δικαστής να σκοτώσει την Τσουνχιανγκ;”
“Ο δικαστής όλο την σκέφτεται αλλά αυτή παραμένει πιστή στον άντρα της.” απάντησε ένας άλλος.

“Ήταν παντρεμένη;”

“Ναι, με τον γιο του καλού δικαστή, αλλά αυτός την παράτησε” απάντησε κάποιος.

Η Τσουνχιανγκ στην φυλακή, ήταν πολύ αδύναμη καθώς δεν έτρωγε τίποτα. Ένα βράδυ που κοιμόταν, είδε στον ύπνο της το σπίτι της. Ο κήπος της με τα λουλούδια της ήταν μαραμένος, ο καθρεύτης στο δωμάτιό της σπασμένος και τα παπούτσια της κρεμασμένα στην πόρτα. Ξύπνησε φοβισμένη. “Τι εφιάλτης!” σταμάτησε έναν τυφλό που περνούσε να τον ρωτήσει για το όνειρό της. “α! τι ευτυχές όνειρο!” απάντησε ο τυφλός. “Μα πώς το λες αυτό;”

“Άκου καλά, τα λουλούδια που πέφτουν, θα φέρουν καρπούς, ο θόρυβος από τον καθρέφτει που σπάζει θα ακουστεί σε όλους, τα παπούτσια σημαίνουν το πλήθος που θα έρθει να σου δώσει συγχαριτήρια.”

Στο μετάξύ ο νέος δικαστής ετοίμαζε ένα πάρτυ σε 3 μέρες, ενώ ο Λι Μουνγκριονγκ πήγε στην μητέρα της Τσουνχιανγκ. Αυτή δεν τον κατάλαβε τον πέρασε για ζητιάνο. “Δεν μπορώ να σου δώσω τίποτα, η κόρη μου είναι στην φυλακή, δεν έχω λεφτά”

“Είμαι ο Λι Μουνγκριονγκ” είπε.

“Το φτωχό μου κορίτσι σε περίμενε και εσύ εμφανίζεσαι τώρα;!”

Η μητέρα τον πήγε στην Τσουνχιανγκ. Η μητέρα έκλαιγε και έλεγε στην Τσουνχιανγκ πως ήρθε ο Λι Μουνγκριονγκ αλλά ήταν ένας ζητιάνος τώρα πια.

“Τι; ζητιάνος; δεν το πιστεύω.”

“Να τος εδώ είναι.” είπε η μητέρα εκνευρισμένη από την αφοσίωση της κόρης της στον Λι Μουνγκριονγκ που γύρησε πίσω σαν ζητιάνος. Ο Λι Μουνγκριονγκ εμφανίστηκε στην Τσουνχιανγκ και αυτή άρχισε να κλαίει. “Ω! πάει τόσος καιρός!”

Πέρασε τα χέρια της από τα δεσμά και έφερε κοντά της τον Μουνγκριονγκ, άρχισε να τον φιλάει. Η μητέρα νευριασμένη είπε: “σε λίγο θα πεθάνεις πως μπορείς να φυλάς αυτόν τον ζητιάνο!”

“Μητέρα, πώς μπορείς να τα λες αυτά. Άκου με, πήγαινε στο σπίτι και βρες το κουτί με τα κοσμήματά μου και τα καλά πράγματα που έχω, να τα πουλήσεις και με τα λεφτά να πάρεις ότι χρειάζεται ο Λι Μουνγκριονγκ.”

“Πολύ καλά, αλλά δεν εμπιστεύομαι τον Λι Μουνγκριονγκ σου!”

Η Τσουνχιανγκ είπε στον Μουνγκριονγκ να πάσει στο σπίτι της να κοιμηθεί και να ξεκουραστεί, και να έρθει πάλι αύριο να την δει για τελευταία φορά.”

Ο Λι Μουνγκριονγκ ξύπνησε το πρωί και πήγε να μαζέψει τους υπηρέτες του. Ντυμένοι ως ζητιάνοι πήγαν στο σπίτι όπου γινόταν το πάρτυ του δικαστή. Όμως μόλις είδε ο δικαστής τον Λι Μουνγκριονγκ ως ζητιάνο να μπαίνει μέσα στον χώρο, διέταξε να τον πετάξουν έξω. Ένας άλλος δικαστής όμως, ο Γιονγκ-Τσανγκ από την Ούνμπογνκ είδε τον Λι Μουνγκριονγκ και του έδωσε κάτι να φάει. Ο ζητιάνος ήθελε να τον ευχαριστήσει, για αυτό του έδωσε σε ένα χαρτί ένα ποίημα.

Αυτό το κρασί στην όμορφη χρυσή κανάτα είναι το αίμα χιλιάδων ανδρών.

Αυτό το κρέας στα μαρμάρινα τραπέζια είναι η σάρκα δέκα χιλιάδων ανδρών

αυτά τα κεριά που κυλούν δάκρυα, είναι τα δάκρυα ενός ολόκληρου λαού.

Αυτά τα τραγούδια δεν ακούγονται πιο δυνατά από τις κραβγές των ανθρώπων που καταπιέζονται.

Ο Γιονγκ-Τσανγκ διάβασε το ποίημα και το έδωσε στον δικαστή της Ναμγουον σκεπτόμενος πως είναι για αυτούς.

“Ποιος το έγραψε αυτό;”

“Ο ζητιάνος” απάντησε ο Γιονγκ-Τσανγκ. Ο δικαστής άρχισε να φοβάται, σκεπτόμενος πόσο περίεργο είναι ένας ζητιάνος να είναι δυνατόν να γράψει αυτούς τους στοίχους. Το ίδιο και οι υπόλοιποι δικαστές. Άρχισαν να φεύγουν από το πάρτυ σιγά σιγά, μα στην έξοδο ο Λι Μουνγκριονγκ με τους υπηρέτες του, τους συνέλλαβαν

“Γιατί μας συλλαμβάνετε;”

“Δεν ξέρουμε, ακολουθούμε τις διαταγές του βασιλικού απεσταλμένου.”

Οι δικαστές ήταν σίγουροι πως ο ζητιάνος ήταν ο βασιλικός απεσταλμένος.

Οι υπηρέτες πήγαν στον Λι Μουνγκριονγκ να του δώσουν αναφορά, και αυτός ζήτησε να συλλάβουν τον δικαστή της Ναμγουον. Πήραν τον δικαστή στην φυλακή. Έπειτα ο Λι Μουνγκριονγκ τους διέταξε να φέρουν την Τσουνχιανγκ. Η Τσουνχιανγκ ήταν έκπληκτη που ήρθαν τόσο νωρίς. “Ο βασιλικός απεσταλμένος μας έστειλε!” Τρομαγεμένη μουρμούρισε: “Θα πεθάνω…σας παρακαλώ, φωνάξτε τη μητέρα μου, θέλω να την δω” τους παρακάλεσε. Και έτσι έκαναν.

“Μητέρα, ήρθε η ώρα μου…που είναι ο Λι Μουνγκριονγκ;”

“Ο Λι Μουνγκριονγκ” είπε κλαίγοντας η μητέρα, “έφυγε σήμερα το πρωί, τον έψαξα παντού.”

“Τι θα του είπες και θα έφυγε!” οι υπηρέτες τις χώρισαν και πήραν την Τσουνχιανγκ. Η μητέρα την ακολούθησε από μακριά. Ο απεσταλμένος, πίσω από μια κουρτίνα, να μην φαίνεται ποιος είναι, είπε: Αν δεν σου αρέσει ο δικαστής, θα παντρευτείς εμένα; αν αρνηθείς θα βάλω να σε αποκεφαλίσουν.”

“Τι άτυχοι οι άνθρωποι της χώρας!” είπε η Τσουνχιανγκ.

“Γιατί;”

“Για την τόση αδικία που ο δικαστής και εσύ ρίχνετε αντί να προστατεύετε τους αδύναμους.”

Ο Λι Μουνγκριονγκ διέταξε να λύσουν την Τσουνχιανγκ. “Σήκωσε το κεφάλι σου.” είπε στην Τσουνχιανγκ.

“Δεν θέλω να σε κοιτάξω, ή να σε ακούσω. Σκότωσέ με. Δεν θα σε παντρευτώ.” Ο Λι Μουνγκριονγκ σε αυτά τα λόγια, έδωσε το δαχτυλίδι του σε έναν υπηρέτη και είπε να της το πάνε. Μόλις η Τσουνχιανγκ το είδε έκλαψε: “Χθες ο άντρας μου ήταν ένας ζητιάνος. Σήμερα είναι ο βασιλικός απεσταλμένος.” Η Τσουνχιανγκ έτρεξε στην αγκαλιά του. Ο Λι Μουνγκριονγκ, έφερε μπροστά του τον δικαστή της Ναμγουον. “Όταν έγινες δικαστής, έκλεβες από τους ανθρώπους αντί να κάνεις την δουλειά σου.” είπε. “Σε καταδικάζω σε εξορία.”

Αφού τακτοποίησε όλα τα ζητήματα, γύρισε πίσω στην Χανγκνιανγκ με την Τσουνχιανγκ και την μητέρα της, όπου ο Λι Μουνγκριονγκ έγραψε τις περιπέτειές του σε βιβλίο και το έδωσε στον βασιλιά. Ο βασιλιάς έκπληκτος από όλα αυτά, και την πίστη της Τσουνχιανγκ, της έδωσε τίτλο και έτσι παντρεύτηκε τον Λι Μουνγκριονγκ σε τελετή. Ο βασιλιάς είπε πως η πίστη της Τσουνχιανγκ, μιας κόρης του λαού, ήταν πιο άξια από τα κορίτσια με αριστοκρατική καταγωγή. Και είπε πως εύχεται να εμπνεύσει τους άντρες ως ένα σύμβολο πίστης που πρέπει να έχουν προς το βασιλιά.

 

 

Η ιστορία τελείωσε, και όπως θα προσέξατε δεν είναι και τόσο ρομαντική. Και εδώ να πούμε την εξήγηση. Στην εποχή αυτή, ο κόσμος δεν είχε φωνή, δεν μπορούσαν να εκφραστούν και να καηγορήσουν τους αριστικράτες για τα πράγματα που έκαναν όπως εδώ οι δικαστές που έκαναν το πάρτυ και έτρωγαν καλά εις βάρος του λαού ή που ενώ έπρεπε να κάνουν την δουλειά τους, εστίαζαν σε προσωπική καλοπέραση. Έτσι, ο απλός κόσμος, μέσα από ιστορίες που φαινομενικά ήταν ρομαντικές ή ότι άλλο, προσπαθούσαν να περάσουν μηνύματα και να πουν αυτό που ήθελαν και να ακουστούν. Έτσι και σε αυτήν την ιστορία, αυτά που παρατήρησα εγώ τουλάχιστον, ήταν πως κατέκριναν την φιλοσοφία του Κομφουκιανισμού, και ξεκάθαρα βλέπουμε την κριτική στους ανώτερους για το πως δεν κάνουν την δουλειά που θα έπρεπε να κάνουν. Και γενικά αν διαβάζεις και αποκτήσεις δύναμη θα βοηθήσεις τον λαό σου όπως έκανε ο Λι Μουνγκριονγκ. Επίσης, δεν υπάρχουν πολλές ρομαντικές σκηνές γιατι εκείνη η εποχή ήταν πολύ συντηριτική. Δεν έδιναν λεπτομέριες στα βιβλία για τις ερωτικές σκηνές, οπότε και εδώ είναι πολύ περιεκτικές, σε αντίθεση με την εποχή Γκογκουριο που η ιδέα του γάμου είναι πολύ πιο ελεύθερη από ότι στο Τζόσεον.

Αυτά…..ελπίζω να σας άρεσε και την επόμενη βδομάδα, θα έχω κάτι άλλο! αν θέλετε να δείτε κάποιο συγκεκριμένο θέμα μπορείτε να μου πείτε!