𝒯𝒶𝓁𝑒𝓈 𝒻𝓇𝑜𝓂 𝒥𝑜𝓈𝑒𝑜𝓃 𝓅𝒶𝓇𝓉 𝟦

Όταν ο Λι Μουνγκριόνγκ τις είδε, έμοιαζε έκπληκτος και έκανε μια υπόκλιση.

“Ημασταν στο κιόσκι,” είπε η γριά γυναίκα, “όταν σε είδαμε να παίζει μόνη σου σκεφτήκαμε πως θα ήταν καλό να σου κρατήσουμε συντροφιά.”

Ο Λι Μουνγκριόνγκ ήταν γεμάτος χαρά. Πήγαν μαζί στο κιόσκι. Ο νεαρός άντρας χάζευε την Τσουνχιανγκ ενώ αυτή, σκεφτόταν πόσο όμορφη είναι αυτή η κοπέλα και πόσο διαφορετική από τις αστές σε σχέση με τους τρόπους.

Οι δυο τους μίλησαν για λίγα λεπτά κοιτώντας το τοπίο και δείχνοντας τα όμορφα μέρη. “Αχ!” είπε η Τσουνχιανγκ ” πόσο μετανιώνω που δεν σε είχα γνωρίσει νωρίτερα, θα μπορούσαμε συχνά να περπατάμε μαζί όπως σήμερα.”

Η γριά γυναίκα απομακρύνθηκε σιγά, αφήνοντάς τους μόνους. Τότε ο Λι Μουνγκριόνγκ είπε στην Τσουνχιανγκ. “Θέλω να σου πω ένα ποίημα που έγραψα.” και βλέποντας πως η Τσουνχιανγκ ήθελε να ακούσει, ξεκίνησε.

Η ζωή είναι σαν ένα ποτάμι που κυλά,

και για αυτό η όψη του νερού αυξάνει την μελαγχολία

αλλά οι χαιρετισμοί από τις ιτιές που σκύβουν στον άνεμο με παρηγορούν.

Η Τσουνχιανγκ, ακούγοντας αυτά τα λόγια, ήταν λυπημένη και καθώς περπατούσε είπε: “Ο κόσμος είναι σαν ανοιξιάτικο όνειρο, και μπορούμε να είμαστε νέοι μόνο μια φορά. Ποτέ να μην ευχαριστιόμαστε, ποτέ να μην βγαίνουμε, είναι πολύ λυπηρό, και αφού είμαστε νέοι μόνο μια φορά, πρέπει να κάνουμε χαρούμενη την νιότη μας.”

Εδώ, κάλεσε την γριά γυναίκα “Γιατί δεν μένεις μαζί μου;” ρώτησε. “Μην φεύγεις έτσι.”

Η γριά γυναίκα είπε: “Αχ! είμαι μεγάλη, και οι μεγάλοι είναι αχρείαστοι.”

“Γιατί το λες αυτό;”  ρώτησε η Τσουνχιανγκ. “‘Ήμουν στην ηλικία σου κάποτε, και να σας βλέπω να παίζεται και να μιλάτε με έκανε να νιώσω μεγάλη και αχρείαστη, για αυτό και έφυγα.”

Η Τσουνχιανγκ και ο Λι Μουνγκριόνγκ δέχθηκαν την δικαιολογία και προσπάθησαν να την κάνουν να νιώσει καλύτερα.

“Ήταν τόσο τυχαίο που συναντηθήκαμε.” είπε ο Λι Μουνγκριόνγκ, “ο θεός ήθελε την συνάντησή μας και έχει κάνει τις ψυχές μας να ταιριάζουν πολύ.”

“Αυτό είναι αλήθεια.” είπε η Τσουνχιανγκ. Μα παρέμεινε σκεπτική, σκεπτόμενη πως ο Λι Μουνγκριόνγκ δεν μιλούσε σαν γυναίκα. Δεν είχε τους τρόπους γυναίκας.

“Οι γονείς σου ζουν;” ρώτησε ο Λι Μουνγκριόνγκ.

“Όχι, ο πατέρας μου είναι νεκρός, ζω με την μητέρα μου. Εσύ;”

“έχω τον πατέρα και την μητέρα μου.” απάντησε ο Λι Μουνγκριόνγκ.

“Είσαι πιο τυχερή από εμένα. Αλλά αν αργήσεις, δεν σε μαλώνουν;”

“Ναι, αν συνέβαινε συχνά, αλλά μια φορά δεν είναι κάτι.”

“Οι γονείς πάντα μαλώνουν τα παιδιά αν πάνε σπίτι αργά, για αυτό, για να αποφύγω τα παράπονα της μητέρας μου, θα πρέπει να σε αφήσω.”

Ο Λι Μουνγκριόνγκ δυσαρεστημένος στην ιδέα της αποχώρησης είπε: “Πότε θα ξαναβγείς μαζί μου;”

“Δεν βγαίνω συχνά,” είπε η Τσουνχιανγκ “θα έρθεις σπίτι μου;”

“Πολύ ευχαρίστως!” ο Λι Μουνγκριόνγκ απάντησε. “μα δεν θα σε μαλώσει η μητέρα σου;”

“όχι, αντιθέτως, θα είναι χαρούμενη να με δει να διαβάζω και να παίζω με μια φίλη.”

Λέγοντας αυτά η Τσουνχιανγκ φώναξε την γριά γυναίκα και είπε: “είναι αργά, πρέπει να γυρίσουμε.”

Ο Λι Μουνγκριόνγκ της συνόδεψε μέχρι την γέφυρα, και τις χαιρέτησε. Ο Λι Μουνγκριόνγκ γύρισε στο σπίτι, έφαγε με τους γονείς του και μίλησε για την βόλτα του. Μετά από αυτό πήγε στο δωμάτιό του και κάλεσε τον υπηρέτη του.

“Είμαι πολύ χαρούμενος. Περπάτησα με την Τσουνχιανγκ και μιλήσαμε. Η γριά γυναίκα πρέπει να ανταμειφθεί.”

“Πολύ καλά,” απάντησε ο υπηρέτης, “θα την καλέσω και θα της δώσω λεφτά.” Έφυγε και πήγε να βρει την γριά γυναίκα με την ανταμοιβή.

όσο για την Τσουνχιανγκ, μίλησε με την μητέρα της για το πως ήταν η μέρα της και πόσο χαρούμενη ήταν που έκανε μια αριστοκράτισσα φίλη. Η Τσουνχιανγκ, νιώθοντας κουρασμένη από την μέρα της, πήγε να κοιμηθεί και είδε στον ύπνο της έναν δράκο να τυλίγεται γύρω από το σώμα της. Τρόμαξε και ξύπνησε. “Τι παράξενο όνειρο!” Προσπάθησε να ξανακοιμηθεί διαβάζοντας ένα βιβλίο.

Στο μεταξύ, ο Λι Μουνγκριόνγκ δεν μπορούσε ούτε να διαβάσει ούτε να κοιμηθεί γιατί σκεφτόταν συνέχεια το κορίτσι. Έγραψε ένα γράμμα που έλεγε πως θα επισκεφτεί την Τσουνχιανγκ σήμερα το απόγευμα. Κάλεσε την γριά γυναίκα και της το έδωσε για να το παραδώσει στην Τσουνχιανγκ. Μόλις το κορίτσι είδε το γράμμα, ήταν πολύ χαρούμενο. “χαίρομαι πολύ και ανυπομονώ να σε συναντήσω.” έγραψε ως απάντηση και το έδωσε στην γριά γυναίκα να το πάει πίσω στο σπίτι του Λι Μουνγκριόνγκ. Ο Λι Μουνγκριόνγκ ήταν τόσο ανυπόμονος να πάει, που η μέρα του φαινόταν ατελείωτη. Μόλις έφτασε το απόγευμα, έφαγε το δείπνο του και πήγε αμέσως στο δωμάτιό του να ντυθεί με τα γυναικεία ρούχα και να φύγει.  Όταν ο Λι Μουνγκριόνγκ έφτασε στο σπίτι, η Τσουνχιανγκ τον χαιρέτησε ανυπόμονα. Τότε, τον πήγε στην μητέρα της, για να παρουσιάσει την φίλη της για την οποία της είχε μιλήσει. Και έπειτα, πήγε τον Λι Μουνγκριόνγκ στο δωμάτιό της. “Α! τι όμορφο φεγγάρι! θα ήθελες να περπατήσουμε στον κήπο;”

“Μετά χαράς” απάντησε ο Λι Μουνγκριόνγκ.

“Μια κούνια!” είπε ο Λι Μουνγκριόνγκ. “θέλεις να κάνουμε;” Η Τσουνχιανγκ δέχθηκε και ανέβηκαν μαζί στην κούνια.

Ο Λι Μουνγκριόνγκ είπε: ” Μετανιώνω πολύ που δεν είσαι ένας νέος άντρας, γιατί αν ήσουν, θα σε αγαπούσα για πάντα και θα σε παντρευόμουν.”

“Σκέφτομαι όπως σκέφτεσαι και εσύ.” είπε η Τσουνχιανγκ. “Θα ήθελα να ήσουν ένας νέος άντρας ώστε να μπορούσα να σε παντρευτώ.”

“Ω! δεν μπορώ να σε πιστέψω.” είπε ο Λι Μουνγκριόνγκ.

“Γιατί όχι;”

“Γιατί δεν πιστεύω πως οι σκέψεις σου είναι ίδιες με τις δικές μου και με κοροϊδεύεις.” Η Τσουνχιανγκ απάντησε “Ξέρω, ξέρω, ο Κομφούκιος είπε: ‘Μια ύποπτη καρδιά πάντα υποπτεύεται άλλους.’ Για αυτό δεν με εμπιστεύεσαι. Εσύ είσαι που με κοροϊδεύεις.”

“Ω!” Γέλασε ο Λι Μουνγκριόνγκ “Θα παραδεχθώ ευχαρίστως ότι σε κοροϊδεύω. Ώστε αλήθεια σκέφτεσαι σαν εμένα;”

“Φυσικά, είμαι άμεση στα λόγια μου.”

“Τότε,” ο Λι Μουνγκριόνγκ συνέχισε, “αν λες αλήθεια, θέλω να σε ρωτήσω κάτι.”

“Και τι μπορεί να είναι αυτό;”

“Πολύ καλά,” απάντησε. “Εμπιστεύομαι τα λόγια σου, και θα παραδεχθούμε πως αν ήμουν ένας νέος άντρας, θα με παντρευόσουν, και αν ήμουν ένα κορίτσι,θα ήμασταν σαν αδερφές, αλλά θέλω αυτό, να το γράψουμε.”

“Με χαρά,” είπε η Τσουνχιανγκ.

“Τότε, ας σταματήσουμε την κούνια,” συνέχισε, “και ας γράψουμε.”

“Ναι, ας το κάνουμε.”

Κατέβηκαν από την κούνια και ο Λι Μουνγκριόνγκ έγραψε την υπόσχεση. “Τώρα υπέγραψε.” είπε.

Υπέγραψε. Ο Λι Μουνγκριόνγκ έβαλε το χαρτί στην τσέπη του. Τότε η Τσουνχιανγκ αστειευόμενη ρώτησε: “Γιατί τα κάνεις όλα αυτά. . . είσαι αγόρι;”

“Ναι, όντως, είμαι αγόρι.” απάντησε ο Λι Μουνγκριόνγκ.

 

 

20200514000783_0 (1)869664580905899178..jpg
Chunhyang παράσταση

 

Άλλο ένα μέρος στο τέλος του. Τι λέτε για το πως συνεχίζει η ιστορία; Βαρεθήκατε;

Αν σας άρεσε μπορείτε να κάνετε like στο κάτω μέρος!

 

with love,

TheMeanBrunette