𝑅𝑜𝓂𝒶𝓃𝓉𝒾𝒸 𝓉𝒶𝓁𝑒𝓈 𝒻𝓇𝑜𝓂 𝒥𝑜𝓈𝑒𝑜𝓃 𝓅𝒶𝓇𝓉 𝟥

Μέρος 3, πως σας φαίνεται η ιστορία έως τώρα;

Και η νύχτα φαινόταν ατελείωτη καθώς ξάπλωσε αναμένοντας. Ξημέρωσε. ο Λι Μουνγκριόνγκ φώναξε τον υπηρέτη του: “Λοιπόν,” είπε, “βρήκες κάποιον τρόπο;”

“Ναι, σκέφτηκα και ήταν δύσκολο, βρήκα κάτι. Πρέπει να βρεις σε αυτή τη γειτονιά μια γριά γυναίκα και να την στείλεις στην Τσουνχιανγκ να την παρακαλέσει να πάνε για περίπατο στο Γκουανγκαλου.”

“Και μετά τι;” ρώτησε ο Λι Μουνγκριόνγκ.

“Τότε,” είπε ο υπηρέτης, “πρέπει να φορέσεις ρούχα γυναίκας και να πας να την συναντήσεις εκεί.”

“Πολύ καλά,” είπε ο Λι Μουνγκριόνγκ, “Θα σε υπακούσω.”

“Αλλά,” είπε ο υπηρέτης, “πρέπει να δώσω λεφτά σε αυτή την ηλικιωμένη”

“Βεβαίως,” απάντησε ο Λι Μουνγκριόνγκ, “θα ξοδέψω ότι χρειαστεί. Πόσα θες; Μίλα, θα σου τα δώσω. . .Εδώ σου έχω 40 πούν*. Παρ’ τα στο δωμάτιό σου, και χρησιμοποίησέ τα όπως θελήσεις.”

Ο υπηρέτης έγνεψε,  πήγε πίσω στο σπίτι πολύ χαρούμενος και αμέσως ετοιμάστηκε να βρει την γυναίκα. Μόλις ανακάλυψε μια, είπε: “Θέλω να κανονίσεις μια συνάντηση μεταξύ του Λι Μουνγκριόνγκ και της Τσουνχιανγκ.”

Η γυναίκα απάντησε: “θα το κάνω, αλλά η Τσουνχιανγκ είναι παρθένα, και αν μάθουν οι γονείς της πως διέφθειρα την κόρη τους, φοβάμαι την οργή τους.”

“Μην φοβάσαι,” είπε ο υπηρέτης “αυτή η συνάντηση θα είναι κρυφή, οι γονείς δεν θα μάθουν τίποτα”

“είμαι έτοιμη να σε βοηθήσω, αλλά πώς;”

“Θα σου πω. Πρέπει να πας  στην Τσουνχιανγκ και να την κάνεις να έρθει μαζί σου στο Γκουανγκαλου.”

“Και πως θα μιλήσει ο Λι Μουνγκριόνγκ μαζί της;”

“Έχω σκεφτεί πως ο Λι Μουνγκριόνγκ μπορεί να βάλει γυναικεία ρούχα, μετά να έρθει εκεί και να συναντήσει την Τσουνχιανγκ. Όσο για εσένα, να τους αφήσεις λίγο μόνους, τάχα πως έχεις το ενδιαφέρον σου αλλού.”

“Πολύ καλά,” είπε η γριά γυναίκα, “αλλά πόσα θα μου δώσεις για αυτό;”

“όσα θέλεις”

“Γιατί,” είπε αυτή, “αν το ανακαλύψουν ποτέ οι γονείς θα πάω σε δίκη, και αυτό θα αξίζει πολλά λεφτά.”

“Ναι το ξέρω,” είπε ο υπηρέτης, “αλλά αν πας σε δίκη, ο δικαστής θα είναι ο πατέρας του Λι Μουνγκριόνγκ, άρα δεν θα σου βάλει βαριά τιμωρία.”

“Αν είναι έτσι θα δοκιμάσω, αλλά πρέπει να συμφωνήσει και το κορίτσι πρώτα να έρθει μαζί μου.”

Πήγε να βρει την Τσουνχιανγκ, που μελετούσε. Το κορίτσι την χαιρέτησε ευγενικά.

“Λοιπόν, ακόμα διαβάζεις;” είπε η γριά.

“Ναι,” απάντησε η Τσουνχιανγκ, “Διαβάζω σκληρά, τι άλλο μπορώ να κάνω; Δεν μπορώ να βγω μόνη μου έξω και έτσι πρέπει να αποσπάσω τον εαυτό μου.”

“Βρίσκεις αυτό το βιβλίο ενδιαφέρον;” ρώτησε η γριά γυναίκα.

“Ναι, το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον και απολαμβάνω να το διαβάζω.”

“ποιος είναι ο τίτλος;”

“Είναι ένα βιβλίο από τον φιλόσοφο Κομφούκιο,” είπε η Τσουνχιανγκ.

Η γριά γυναίκα σκέφτηκε πως αυτό το κορίτσι, που αγαπούσε την φιλοσοφία του Κομφούκιου, πρέπει να είναι πολύ ενάρετο, και για αυτό δύσκολο να την αποπλανήσεις μιας και αυτή η φιλοσοφία σου μαθαίνει τον φόβο για όλων των ειδών τις απολαύσεις.

“Πρέπει να βρω κάτι να την κάνω να βγει μαζί μου.” Σκέφτηκε η γριά γυναίκα, τότε απευθυνόμενη στην Τσουνχιανγκ είπε: “Ω! και εγώ αγαπώ τα βιβλία του Κομφούκιου, και μου αρέσει η μελέτη, μα το συνεχές διάβασμα με κάνει πολύ κουρασμένη, για αυτό συχνά, για να ξεκουραστώ, παίρνω το βιβλίο μου και πάω στο δάσος. Σήμερα, ο καιρός ήταν καλός, έτσι πήγα στην εξοχή και συνέθεσα ένα ποίημα, θα σου το γράψω. Πάει έτσι:

Καθώς περπατούσα το μονοπάτι στα βουνά,

είδα τα όμορφα άνθη ροδακινιάς,

ο παρορμητικός άνεμος φυσούσε στα κλαδιά

και καθώς τα κούνησε έκανε τα πέταλα να πέσουν σαν χιόνι,

πέταξαν ακριβώς σαν πεταλούδες.

Μετά είδα τις ιτιές με τα μαλακά τους λουλούδια

που ζέσταιναν τις καρδιές των μικρών πουλιών που τραγουδούσαν στα δέντρα

Και τότε είπα στον εαυτό μου: ήμαστε σαν αυτά τα λουλούδια, μαρενόμαστε και πέφτουμε

Αλλά για εμάς είναι για πάντα, γιατί αυτά θα ξανά ανθίσουν την επόμενη άνοιξη.

Η Τσουνχιανγκ άκουγε προσεκτικά, και ξαφνικά έκλεισε το βιβλίο της. “Αυτά που λες στο ποίημα είναι αλήθεια. Δυστυχώς, δεν μπορώ να βγω μόνη, και όμως είμαι κουρασμένη. Θα έρθεις αύριο να με φωνάξεις για έναν περίπατο;”

Η γριά γυναίκα δέχθηκε και αφού κανόνισαν την ώρα είπε: “Θα έρθω”

“Μέχρι τότε, αντίο”

Έφυγε και βρήκε τον υπηρέτη και του είπε: “Το πράγμα κανονίστηκε. Θα περπατήσω με την Τσουνχιανγκ αύριο.”

“Πολύ ωραία, χαίρομαι” είπε ο υπηρέτης, “Θυμήσου πρέπει να πας στο Γκουανγκαλου.”

Η γριά γυναίκα έφυγε. Το επόμενο πρωί, ο υπηρέτης πήγε στον Λι Μουνγκριόνγκ και είπε: “Όλα είναι κανονισμένα. Θα αλλάξεις τα ρούχα σου σε γυναικεία, και το απόγευμα θα πας στο Γκουανγκαλου. Αλλά πρόσεχε τι κάνεις γιατί το κορίτσι είναι ενάρετο και δεν θα επιτρέψει καμία είδους ατιμία.”

“Ξέρω, ξέρω” απάντησε ο Λι Μουνγκριόνγκ.

Ο υπηρέτης τον χαιρέτησε και του ευχήθηκε καλή βόλτα. Ο Λι Μουνγκριόνγκ χωρίς καθυστέρηση επισκέφτηκε τους γονείς του και ζήτησε την άδεια να πάει περίπατο. Του το επέτρεψαν και έτσι έφυγε. Κουβάλησε τα ρούχα κοντά στο σημείο, και σε ένα πανδοχείο πήγε να αλλάξει. Μόλις ντύθηκε, κοίταξε στον καθρέφτη και φαινόταν μια χαρά, κανείς δεν θα τον αναγνώριζε. Σκέφτηκε δεν θα ήταν καλό να πάει απευθείας στην κοπέλα μην την τρομάξει, θα ήταν καλύτερα να πάει στα βουνά να μαζέψει λουλούδια και την κατάλληλη στιγμή να πάει στο κιόσκι. Πήγε στα βουνά και όπως είπε μάζεψε λουλούδια και κυνηγούσε πεταλούδες, έριχνε λουλούδια στην λιμνούλα να έρθουν τα ψάρια. Η Τσουνχιανγκ είχε ενδιαφέρον σε αυτά τα παιχνίδια καθώς τον έβλεπε. Φώναξε την γριά γυναίκα και ρώτησε:

“Το κορίτσι που παίζει εκεί, την ξέρεις;”

“Πού;” ρώτησε η γριά, κάνοντας την ανήξερη

“Γιατί, δεν την βλέπεις;”

“Α ναι! την βλέπω, αλλά είναι λίγο μακριά, δεν βλέπω καλά.”

“Είναι αλήθεια ότι στην ηλικία σου δεν βλέπεις καλά όσο εγώ, το κορίτσι είναι όμορφο και έχει ωραία ρούχα, δεν πρέπει να είναι από εδώ, εδώ είμαστε φτωχοί.”

“Είναι τόσο όμορφή; Ας πάμε πιο κοντά να δω και εγώ.”

Κατέβηκαν την γέφυρα, και η γριά ζήτησε από το κορίτσι να περιμένει. “Θα πάω εγώ,” είπε “Να την δω και θα σου πω.”

“Ναι, αυτό να κάνεις.” είπε η Τσουνχιανγκ, “είμαι πολύ περίεργη.”

Η γριά κατέβηκε, είδε τον Λι Μουνγκριόνγκ, και γύρισε στην Τσουνχιανγκ. “Είναι όπως είπες, δεν είναι από εδώ το κορίτσι. Νομίζω είναι η κόρη του δικαστή.”

Η Τσουνχιανγκ κοίταξε τον Λι Μουνγκριόνγκ και είπε πως όντως το κορίτσι φαινόταν ευγενικής καταγωγής:

“Η φιγούρα της είναι τόσο λευκή σαν το φεγγάρι που υψώνεται από τα βουνά.” Σκέφτηκε η Τσουνχιανγκ  “Αχ! Αν ήταν ένας νέος θα τον ήθελα για τον αρραβωνιαστικό μου.” Τότε, γυρίζοντας στην γριά είπε: “Πρέπει να βαριέται, παίζοντας μόνη της μιας και είναι ξένη.”

“Τι ευγενική καρδιά που έχεις.” είπε η γριά γυναίκα. “Θες να την φωνάξουμε;Αν έρθει έχει καλώς αλλιώς δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι”

“Δεν θα ήταν ευγενικό.” είπε το κορίτσι “να ζητήσουμε από έναν ξένο και μάλιστα ευγενικής καταγωγής, να έρθει σε εμάς που δεν μας ξέρει. Ας πάμε εμείς.”

Η γριά γυναίκα, χαρούμενη με την επιτυχία της, δέχθηκε να πάνε.

 

 

unnamed (2)3643900058973082848..jpg
Παράσταση μπαλέτου Chunhyang

 

Φτάσαμε στο τέλος για σήμερα! Πως σας φαίνεται; Αν σας άρεσε μπορείτε να πατήσετε λαικ στο κάτω μέρος του πόστ. Και όσοι θέλουν μπορούν να κάνουν follow στο ινστα.

20200629_172800.jpg

 

with love,

TheMeanBrunette