𝑅𝑜𝓂𝒶𝓃𝓉𝒾𝒸 𝓉𝒶𝓁𝑒𝓈 𝒻𝓇𝑜𝓂 𝒥𝑜𝓈𝑒𝑜𝓃 𝓅𝒶𝓇𝓉 𝟤

Πάμε γρήγορα στο δεύτερο μέρος! Έχουμε μείνει στο σημείο που ο Μουνγκριόνγκ ρωτάει απεγνωσμένα τι να κάνει.

“Αν είσαι τόσο ανυπόμονος για μια τέτοια συνάντηση” είπε ο υπηρέτης του, “μπορώ να σου δείξω έναν καλό τρόπο.”

“Πώς θα το κάνεις αυτό;” ρώτησε ο Λι Μουνγκριόνγκ ανυπόμονα.

“Θα ζητήσω την άδεια του πατέρα σου.” απάντησε ο υπηρέτης.

“Του πατέρα μου;” είπε έκπληκτος και με τρόμο ο Λι Μουνγκριόνγκ. “Μα τι λες; Μην είσαι αντίθετος προς εμένα, σε παρακαλώ, μην το αναφέρεις στον πατέρα μου. Θα μου έκανες μεγάλο κακό. Θέλω να το κανονίσω μαζί σου”

“Γιατί να μην χρησιμοποιήσεις τον πατέρα σου;” απάντησε ο υπηρέτης. “Τίποτα δεν θα ήταν πιο εύκολο από το να καλέσει αυτή την κοπέλα, ενώ εγώ, παρά την καλή μου θέληση δεν μπορώ να σε ικανοποιήσω.”

“Βρες άλλο τρόπο.” είπε ο Λι Μουνγκριόνγκ. “Δεν επιθυμώ να εμπλακεί ο πατέρας μου σε αυτό.”

“Πολύ καλά, αλλά αν επιθυμείς άλλο τρόπο θα πρέπει να ξοδέψεις αρκετά χρήματα.”

“Θα ξοδέψω όσο χρειαστεί.”

“Εξ’ άλλου” είπε με αντίρρηση ο υπηρέτης, “αν έχεις το μυαλό σου σε αυτή την κοπέλα, θα σκέφτεσαι λιγότερο την εκπαίδευσή σου, και αν το μάθει ο πατέρας σου ότι εγώ σε πήρα από τις σπουδές σου, που σε πήγα αυτή τη βόλτα, θα χρησιμοποιήσει την δύναμή του ως γραφειοκράτης και θα με πάει σε δίκη.”

Σε αυτά τα λόγια ο Λι Μουνγκριόνγκ είπε με αγανάκτηση “Τι θα κάνω;” Σκέφτηκε για λίγα λεπτά, και συνέχισε “Πολύ καλά, θα σου δώσω πολλά λεφτά, αλλά όλα θα γίνουν χωρίς να το ξέρει ο πατέρας μου.”

“Γιατί δεν προσπαθείς να περπατήσεις προς το μέρος που είναι η κοπέλα;” πρότεινε ο υπηρέτης.

“Αυτό θα κάνω!” είπε με χαρά ο Λι Μουνγκριόνγκ . Πήγαν μαζί. Φτάνοντας κοντά στην κούνια, ο Λι Μουνγκριόνγκ  κοίταξε το κορίτσι προσεκτικά. Ήταν πολύ όμορφη. Πίσω από τα τσουλούφια των μαύρων μαλλιών κοίταξε τον νεαρό άντρα όπως το φεγγάρι ανάμεσα σε δυο σύννεφα.

“Τι όμορφη που είναι!” σκέφτηκε ο Λι Μουνγκριόνγκ.

Ένα χαμόγελο έπαιξε στα χείλη της, το στόμα της ήταν σαν ένα λουλούδι νούφαρο που ξεκουραζόταν σε μια λίμνη, καθώς συνέχιζε να κάνει κούνια. Περνούσε στον αέρα σαν σπουργίτι. Έπεφταν τα φύλλα όπως έκανε κούνια. Τα λευκά της χέρια, με τα όμορφα μακριά δάχτυλα έσφιγγαν τα σχοινιά. Η αδύνατη φιγούρα της ήταν σαν ιτιά στον άνεμο.

Ο Λι Μουνγκριόνγκ  χάθηκε στο να την θαυμάζει, ζαλισμένος από το θέαμα, πήγε να πέσει. Ο υπηρέτης τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του. “Τι κάνεις;” φώναξε “Αν κάνεις έτσι από την αρχή, θα πρέπει να φοβηθώ τα πάντα από τον πατέρα σου και σίγουρα θα με τιμωρήσει. Ηρέμισε σε παρακαλώ, πήγαινε σπίτι και θα δούμε τι θα κάνουμε.”

“Έχεις δίκιο” είπε ο Λι Μουνγκριόνγκ, “αλλά θυμήσου πως η ζωή δεν είναι σταθερή. Είμαστε χαρούμενοι σήμερα, λυπημένοι αύριο. Ποιος ξέρει αν είμαι νεκρός αύριο, έτσι γιατί να μην εκμεταλλευτώ αυτή τη στιγμή και να μην πάω τώρα να μιλήσω στο κορίτσι;”

“Αν αυτό είναι που θέλεις, κάνε ότι θέλεις” είπε ο υπηρέτης. Μα εκείνη τη στιγμή το κορίτσι, αγχωμένη που την κοιτούσαν, κατέβηκε από την κούνια, έφτιαξε το φόρεμά της και έφυγε για το σπίτι της. Τα πόδια της δεν πήγαιναν πιο γρήγορα από χελώνας στην άμμο, και κάθε λίγο σταματούσε και μάζευε πέτρες που τις πετούσε στους κορμούς τον δέντρων κάνοντας τα πουλιά που κάθονταν στα κλαδιά να πετάξουν μακριά. ο Λι Μουνγκριόνγκ  την κοιτούσε καθώς έφευγε. Ο υπηρέτης του τον πρότρεξε να γυρίσουν σπίτι, λέγοντας πως το καλύτερο είναι να σταματήσουν εδώ, ώστε ο πατέρας του να μην μάθει τίποτα. Είπε πως θα κανονίσει συνάντηση κάποια άλλη ημέρα.

“Έχεις δίκιο, είναι αδύνατον να μείνουμε εδώ” τραύλισε ο Λι Μουνγκριόνγκ και γύρισε σπίτι σαν μεθυσμένος. Πήγε κατευθείαν στους γονείς του. Τους χαιρέτησε και έφαγε μαζί τους. Τον ρώτησαν αν πέρασε καλά στην βόλτα του.

“Ναι πατέρα, είδα κάτι πανέμορφο” και μονολόγισε “Τσουνχιανγκ!”

“Τι εννοείς, Τσουνχιανγκ?” ρώτησε ο πατέρας.

ο Λι Μουνγκριόνγκ  τρομαγμένος για την απερισκεψία του, απάντησε “Εννοώ τα λουλούδια, το υπέροχο άρωμα της άνοιξης.”

Το γεύμα τελείωσε. Ο Λι Μουνγκριόνγκ  πήγε στο δωμάτιό του, άναψε ένα κερί και άνοιξε το βιβλίο του. Αλλά οι λέξεις θόλωναν μπροστά στα μάτια του, και παντού έβλεπε το όνομα Τσουνχιανγκ, ή την γλυκιά εικόνα της στην κούνια. Μη μπορώντας να σταματήσει να την σκέφτεται, κάλεσε τον υπηρέτη του.

“Λοιπόν!” είπε “Βρήκες κανέναν τρόπο;”

“Θα το σκεφτώ όλο το βράδυ” απάντησε ο υπηρέτης “και θα σου απαντήσω το πρωί, αλλά σε ικετεύω, προσπάθησε να διαβάσεις ή να ξεκουραστείς και να κοιμηθείς.”

“Ευχαριστώ” αναστέναξε ο Λι Μουνγκριόνγκ  “και με την ελπίδα που μου δίνεις θα προσπαθήσω να βάλω σε ηρεμία το νου μου και να κοιμηθώ”

Ο υπηρέτης τον καληνύχτισε και φεύγοντας σκέφτηκε “Αυτή είναι μια καλή ευκαιρία να κερδίσω χρήματα! Αλλά θα είναι δύσκολο.”

Πέρασε ώρα σκεπτόμενος και τελικά του ήρθε. “Αχα!” είπε. “Το έχω. θα πληρώσω μια ηλικιωμένη γυναίκα να πάει να ρωτήσει την Τσουνχιανγκ να περπατήσουν μαζί σε ένα συγκεκριμένο σημείο, τότε θα πω στον Λι Μουνγκριόνγκ  να ντυθεί γυναίκα και θα τον πάω στο ίδιο σημείο να μιλήσει με το κορίτσι. Αρκετά τώρα, ας κοιμηθώ!”

Μόλις ο υπηρέτης του τον άφησε, ο Λι Μουνγκριόνγκ  δεν μπορούσε να κοιμηθεί, αφού ήταν γεμάτος με σκέψεις για την όμορφη κοπέλα. Άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε έξω. Το φεγγάρι έλαμπε, τα αστέρια έφεγγαν. Κοράκια πετούσαν νοτιοδυτικά. Ο αέρας περνούσε από τα μπαμπού κάνοντάς τα να ηχούν μαζί. Τα πουλιά ξύπνησαν από τον ήχο και πέταξαν μακριά. Τα ψάρια κοιμόντουσαν στην σκιά των κλαδιών στην λίμνη. Το θέαμα όλων αυτών έκαναν τον Λι Μουνγκριόνγκ  να σκέφτεται ακόμα πιο πολύ την αγαπημένη του. “Δεν μπορώ άλλο,” είπε, “θα κλείσω το παράθυρο και θα κοιμηθώ.”

Ξάπλωσε αλλά όλο στριφογυρνούσε, μια δεξιά μια αριστερά, δεν μπορούσε να κλείσει τα μάτια του. Τελικά, μετά από πολύ ώρα, αποκοιμήθηκε και ονειρεύτηκε πως πήγε στο κιόσκι, και είδε την Τσουνχιανγκ να κάνει κούνια, πήγε να την πλησιάσει αλλά αυτή έφυγε για το σπίτι της. Αυτός όμως την ακολούθησε λέγοντάς της πολλά γλυκά λόγια στα οποία δεν απάντησε. “Αχ! είναι η καρδιά της τόσο σκληρή όσο η πέτρα ή το σίδερο;” σκέφτηκε. “πως θα καταφέρω να την φτάσω;” Παρ’ όλα αυτά ακόμα πιο γοητευμένος από την σιωπή της, την παρακάλεσε να πει κάτι, μόνο να ακούσει τον ήχο της φωνής της.

Απάντησε πως το έθιμο είναι οι άντρες να είναι χώρια από τις γυναίκες, και για αυτό το να έρθει σπίτι μαζί της είναι αγένεια, για αυτό δεν του απάντησε. ο Λι Μουνγκριόνγκ  ντροπιασμένος, δεν μπορούσε να βρει λόγια, και ξύπνησε μέσα στην αγωνία. “Ο υπηρέτης μου είπε την αλήθεια.” σκέφτηκε “αυτό το κορίτσι είναι πολύ ενάρετο, και θα είναι δύσκολο να την πλησιάσω. Αλλά θα είναι χαρούμενος αυτός που θα την παντρευτεί, γιατί θα είναι πιστή. Αν μπορούσα να την κάνω γυναίκα μου, τι ευτυχία!”

 

chunhyangdyun_176563194196671875482.jpg
Τσουνχιανγκ στην κούνια

 

Πώς σας φάνηκε το σημερινό; Πείτε μου στα σχόλια! μπορείτε κα κάνετε μου αρέσει στο κάτω μέρος μετά το πόστ στο αστεράκι και εγγραφή στο μπλόγκ να σας έρχεται ειδοποίηση όποτε ανεβαίνει κάτι!

επίσης το ίντσα για όσους θέλουν

20200629_172800.jpg

και τα λέμε σύντομα!

With love,

TheMeanBrunette